φωνή

ἡ φωνή 1. голос; 2. речь, наречие, язык (ср. фонетика, микрофон; франкофоны - народы, говорящие по-французски)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "φωνή" в других словарях:

  • φωνή — sound fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φωνή — Το αποτέλεσμα ενός συντονισμένου συνόλου κινήσεων των φωνητικών οργάνων, που πραγματοποιείται κάτω από τον έλεγχο των νευρικών κέντρων. Τα συστήματα παραγωγής της φ. διαιρούνται σχηματικά σε 3 κατηγορίες: 1) αναπνευστικό σύστημα· 2) λαρυγγικό… …   Dictionary of Greek

  • φωνή — η 1. οήχος που παράγεται από το λάρυγγα και τη στοματική κοιλότητα ανθρώπων και ζώων. 2. κραυγή, ξεφωνητό, αναφώνηση: Φωνήν τρόμου η Ελλάδα σέρνει (Δ. Σολωμός). 3. οχλοβοή: Ακούγονταν φωνές, κακό, χαλασμός κόσμου. 4. η φωνή που τραγουδάει, φωνή… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φωνῇ — φωνέω produce a sound pres subj mp 2nd sg φωνέω produce a sound pres ind mp 2nd sg φωνέω produce a sound pres subj act 3rd sg φωνή sound fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φωνή — [фони] ουσ. Θ. голос, крик …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • φωνή) обороняться защищаться. — [амиигикос] εκ. оборонительный, оборонный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • φωνή) принимать, соглашаться, — [алодимитикос]εκ. (о птицах) перелетный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • φωνή) отрицать, не признавать, отказываться. — [арурэос] ουσ. а. полевая мышь …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • φωνή) обнимать, становиться приверженцем, — [аспартос] επ. непосеянный, незасеянный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • φωνή) скучать, томиться, — [варка] ουσ. Θ. лодка …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • φωνή) работать, — [эргалио] ουσ. ο. инструмент, орудие …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.